γαλακτώδης

γᾰλακτ-ώδης, ες,
A = γαλακτοειδής, ὑγρότης Arist.HA540b32;

γ. τροφή Id.PA692a15

;

χυμός Thphr.CP6.4.1

.
2 milk-warm, tepid, Herod.Med. ap. Orib.5.30.38, Antyll.ib.9.23.9, Alex.Trall.Febr. 4.
3 mixed with milk,

οἶνος Hp.Epid.7.101

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γαλακτώδης — milk warm masc/fem acc pl (attic epic doric) γαλακτώδης milk warm masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) γαλακτώδης milk warm masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλακτώδης — ες (AM γαλακτώδης, ες) 1. αυτός που μοιάζει με γάλα στη λευκότητα 2. «γαλακτώδης χυμός» ο θρεπτικός χυμός τών φυτών αρχ. 1. χλιαρός σαν γάλα που μόλις έχει αρμεχτεί 2. (για κρασί) κρασί γλυκύτερο και πιο πηχτό από τα συνηθισμένα …   Dictionary of Greek

  • γαλακτώδης χυμός — Φυτικός ιξώδης χυμός, που πήζει εύκολα και γρήγορα στον αέρα. Διέρχεται από τους γαλακτοφόρους σωλήνες ή αυλούς, μεταξύ του φλοιού και του καμβίου πολλών φυτών, που λέγονται γαλακτώδη ή γαλακτοφόρα (ευφορβία, εβέα, φίκος, χελιδόνιο, παπαρούνα).… …   Dictionary of Greek

  • γαλακτώδει — γαλακτώδης milk warm masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) γαλακτώδης milk warm masc/fem/neut dat sg γαλακτώδεϊ , γαλακτώδης milk warm dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλακτώδη — γαλακτώδης milk warm neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) γαλακτώδης milk warm masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) γαλακτώδης milk warm masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλακτῶδες — γαλακτώδης milk warm masc/fem voc sg γαλακτώδης milk warm neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλακτώδεα — γαλακτώδης milk warm neut nom/voc/acc pl (epic ionic) γαλακτώδης milk warm masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλακτώδεις — γαλακτώδης milk warm masc/fem acc pl γαλακτώδης milk warm masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλακτώδεσι — γαλακτώδης milk warm masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλακτώδεσιν — γαλακτώδης milk warm masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαλακτώδους — γαλακτώδης milk warm masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.